ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ: Το επάγγελμα που η κοινωνία λατρεύει να απεχθάνεται και απεχθάνεται το γεγονός ότι το λατρεύει

Γράφει ο Νίκος Κατσαρός

«Πού πάτε;»

«Μπουρδελότσαρκα». Ή «Στις κοπέλες». Ή, πιο απενεχοποιημένα —και πιο ωμά— «θα πάμε στις πουτ@νες».

Στις κοπέλες. Στις πουτ@νες.

Λες και ήταν ομάδα. Αδελφότητα. Μυστική στοά που μας περίμενε για να μας μυήσει σε κάτι απόκοσμο, απαγορευμένο και λίγο μυστηριακό. Παρεμπιπτόντως, η πιο μυστηριακή και ταυτόχρονα τρυφερή προσέγγιση στο θέμα των οίκων ανοχής παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η «Όμορφη Πόρτα» του Φοίβου Δεληβοριά. Εξαιρετικό τραγούδι. Και ίσως ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσει ένα κείμενο για το λεγόμενο αρχαιότερο επάγγελμα: όχι με φτηνό ανδρισμό, όχι με ψευτοηθική, αλλά με μια μικρή αμηχανία.

Διότι, προσωπικά, δεν απέκτησα ποτέ το βάπτισμα του πυρός στην τελετουργία. Πήγα μέχρι την πηγή, μίλησα με την κυρία, αλλά στο δωμάτιο δεν μπήκα. Δεν ένιωσα ποτέ άνετα ούτε με την ιδέα ούτε, όταν προέκυψε η ημιτελής απόπειρα, με την πράξη.

Οπότε ανήκω στους άτυχους που έζησαν την πρώτη τους φορά με τον δύσκολο τρόπο: με συναισθηματική φόρτιση, άγχος και δύο ανθρώπους που δεν ήξεραν ακριβώς τι κάνουν, αλλά προσπαθούσαν να δείχνουν πως ξέρουν.

Βέβαια κάποιοι θα υποστήριζαν ότι και τώρα έτσι είμαι. Εγώ θα κρατήσω χαρακτήρα και δεν θα πέσω στην παγίδα να χρειαστεί να αποδείξω ότι έχουν δίκιο. Θεωρητικά θα μπορούσα να πάρω την άδεια της συζύγου μου και να προσπαθήσω να τους αποδείξω το αντίθετο.

Πλάκα κάνω. Κυρίως για να μη χρειαστεί να μετακομίσω.

η όμορφη πόρτα του Φοίβου…

Το αρχαιότερο επάγγελμα και η διαχρονική υποκρισία

Το αποκαλούμε «αρχαιότερο επάγγελμα», λες και είναι κάτι βαθυστόχαστο σαν χαρακτηρισμός, ενώ απλώς πρόκειται για τη φράση που έχει χρησιμοποιηθεί τόσες φορές ώστε πλέον θέλει και αυτή απολύμανση.

Όμως, πέρα από το κλισέ, η ιστορία της πορνείας είναι πράγματι παλιά. Πολύ παλιά. Και, όπως κάθε παλιά ιστορία, κρύβει και σοβαρότητα και βία και εξουσία και χρήμα και γελοιότητα.

Στην αρχαία Αθήνα, για παράδειγμα, η πορνεία δεν ήταν απλώς υπαρκτή. Ήταν θεσμοθετημένη, οργανωμένη, φορολογούμενη. Δηλαδή το κράτος, όπως συμβαίνει διαχρονικά με τα κράτη, είχε βρει τρόπο να στέκεται με το ένα χέρι στο ηθικό ύψος του και με το άλλο στο …κοινοφελές ταμείο.

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν οι πόρνες, υπήρχαν όμως και οι εταίρες, που συχνά δεν ήταν απλώς σώματα προς ενοικίαση, αλλά γυναίκες με μόρφωση, επιρροή, παρουσία σε ανδροκρατούμενους κύκλους. Η κοινωνία, βέβαια, έκανε πάντα τις ταξικές της διακρίσεις ακόμη και στην …αμαρτία. Άλλο η «κοινή γυναίκα», άλλο η «εκλεπτυσμένη συνομιλήτρια». Η υποκρισία είχε από τότε επίπεδα, τιμοκατάλογο και δημόσιες σχέσεις.

Στη Ρώμη, το επάγγελμα επίσης υπήρχε, ρυθμιζόταν και φορολογείτο. Η εξουσία ήξερε να το καταγράφει, να το ελέγχει, να το εκμεταλλεύεται. Το να ντρέπεται ήρθε μετά. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, η ντροπή ήταν πάντα χρήσιμη μόνο όταν δεν ενοχλούσε τα έσοδα.

Και φτάνουμε στον Ιούνιο του 1975, στη Λυών της Γαλλίας, όταν εργαζόμενες στο σεξ κατέλαβαν μια εκκλησία, τη Saint-Nizier, διαμαρτυρόμενες για την αστυνομική παρενόχληση, τα πρόστιμα, τις διώξεις και τις συνθήκες που έκαναν τη ζωή τους ακόμη πιο επικίνδυνη. Μπήκαν σε εκκλησία όχι για να εξομολογηθούν, αλλά για να ακουστούν.

Έτσι λοιπόν η 2α Ιουνίου έγινε Παγκόσμια Ημέρα των Εργαζομένων στο Σεξ. Όχι γιορτή με μπαλόνια. Όχι ρομαντική καρτ ποστάλ. Μια ημέρα μνήμης, διεκδίκησης και αξιοπρέπειας.

Δεν είναι φολκλόρ. Είναι δουλειά.

Το πρόβλημα όταν μιλάμε για την πορνεία είναι ότι σχεδόν πάντα μιλάμε γύρω από τις γυναίκες, όχι για τις γυναίκες. Ή, ακόμα χειρότερα, μιλάμε για τις φαντασιώσεις των ανδρών, τις ιστορίες των ανδρών, τα κατορθώματα των ανδρών, τις αποτυχίες των ανδρών, τις παρέες των ανδρών, τις «μπουρδελότσαρκες» των ανδρών.

Εκείνες παραμένουν στο φόντο. Κομπάρσοι, μέρος του σκηνικού. Κομμάτι της εμπειρίας.

Και αυτό είναι τουλάχιστον άδικο.

Γιατί οι γυναίκες που κάνουν αυτή τη δουλειά —και γενικότερα οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες στο σεξ— δεν είναι ούτε σύμβολα ούτε ανέκδοτα ούτε αστικοί μύθοι. Είναι άνθρωποι που διαχειρίζονται διψασμένα σώματα, άγρια βλέμματα, απαιτήσεις, φόβους, μοναξιές, εξουσίες και πολλές φορές κινδύνους που οι υπόλοιποι ούτε θέλουμε ούτε αντέχουμε να φανταστούμε.

Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσουμε το επάγγελμα για να αναγνωρίσουμε την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που το κάνουν. Δεν χρειάζεται να το βαφτίσουμε «λειτούργημα» με τρόπο γλυκερό, λες και μιλάμε για κοινωνική προσφορά με κορδέλα και τιμητική πλακέτα. Είναι όμως μια εργασία που ακουμπά σε ένα από τα πιο τραχιά σημεία της ανθρώπινης εμπειρίας: την επιθυμία όταν γίνεται συναλλαγή, τη μοναξιά όταν ντύνεται ανάγκη, την εξουσία όταν αγοράζει χρόνο, σώμα και ψευδαίσθηση του έρωτα.

Και παρ’ όλα αυτά και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν γυναίκες που πρέπει να βάλουν όρια. Να διαπραγματευτούν. Να προστατευτούν. Να αντέξουν. Να ξεχωρίσουν τον ακίνδυνο από τον επικίνδυνο, τον μοναχικό από τον βίαιο, τον αμήχανο από τον κτητικό, τον πελάτη από τον άνθρωπο που νομίζει ότι επειδή πλήρωσε αγόρασε και δικαίωμα πάνω στην αξιοπρέπειά τους.

Αυτό από μόνο του απαιτεί σκληρότητα. Σκληρότητα επιβίωσης.

Η κοινωνία που πρώτα πηγαίνει και μετά φτύνει

Η ίδια κοινωνία που χρησιμοποιεί το επάγγελμα, η ίδια κοινωνία που το ξέρει, το ανέχεται, το αναζητά, το ψιθυρίζει, το χαριεντίζεται, το βάζει σε τραγούδια, σε ανέκδοτα, σε ανδρικές ιστορίες ενηλικίωσης και σε βραδινές εξόδους.

Η ίδια αυτή κοινωνία, όταν βγει στο φως της ημέρας, φοράει τα ενάρετα και συνετά της και αρχίζει το λιθοβόλημα.

Όλοι γίνονται ηθικοί. Σοκάρονται. Κοιτούν αφ’ υψηλού. Μιλούν για ξεπεσμό, ντροπή, αμαρτία, παρακμή. Λες και οι οίκοι ανοχής λειτουργούν μόνοι τους. Λες και δεν έχουν πελάτες, δεν υπάρχει ζήτηση. Λες και η ίδια η κοινωνία δεν χτυπά με λαχτάρα την πόρτα τους το βράδυ.

Αυτή είναι η βρωμιά της υπόθεσης. Όχι το το επάγγελμα αλλά η γύρω του υποκρισία.

Διότι μια κοινωνία που έχει ανάγκη μια υπηρεσία αλλά περιφρονεί τον άνθρωπο που την παρέχει, δεν είναι ηθική. Είναι δειλή και απάνθρωπη στο βωμό της ανύπαρκτης αξιοπρέπειάς της.

Μια κοινωνία που ανέχεται τον πελάτη αλλά στιγματίζει τη γυναίκα, δεν είναι σεμνή. Είναι “άνανδρη”.

Μια κοινωνία που βλέπει την πορνεία μόνο ως «ντροπή» αλλά δεν θέλει να μιλήσει για φτώχεια, εκμετάλλευση, βία, trafficking, εργασιακά δικαιώματα, υγειονομική προστασία, ασφάλεια και αξιοπρέπεια, δεν προστατεύει κανέναν. Απλώς καθαρίζει τη βιτρίνα της και κρύβει ατα πίσω δωμάτια την πραγματικότητα.

Μια μέρα χωρίς ψευτοηθική

Η Παγκόσμια Ημέρα των Εργαζομένων στο Σεξ δεν υπάρχει για να μας κάνει όλους προοδευτικούς με το ζόρι. Ούτε για να μας πείσει ότι όλα είναι απλά, ανώδυνα και ροζ φωτισμένα.

Υπάρχει για να μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε εύκολη λέξη υπάρχει άνθρωπος.

Πίσω από το «πουτ@να» υπάρχει γυναίκα.
Πίσω από το «κοπέλες» υπάρχει εργασία.
Πίσω από το «μπουρδελότσαρκα» υπάρχει μια πραγματικότητα που η κοινωνία ξέρει πολύ καλά, αλλά προτιμά να την αντιμετωπίζει σαν βραδινό αστείο και πρωινή ντροπή.

Και ίσως, τιμής ένεκεν, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να μιλάμε γι’ αυτές σαν να είναι σκηνικό της δικής μας ιστορίας.

Δεν είναι.

Είναι άνθρωποι που στάθηκαν —και στέκονται— στο πιο άβολο σημείο της κοινωνικής μας υποκρισίας.

Εκεί όπου όλοι κάτι θέλουν.

Αλλά όλοι όσοι το θέλουν, θέλουν να το θέλουν και να το έχουν χωρίς να έχουν καμία σχέση με αυτό.

Latest news
Related news