Γράφει ο Παπα – Ράτσης
Έπρεπε να ειπωθεί και αυτό ξεκάθαρα, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.
Άμα είσαι σε φανάρι με κάμερες φωτοεπισήμανσης και από πίσω κρώζει το ασθενοφόρο για να περάσει, μάλλον δεν το κάνει λόγω ακράτειας ή για να προλάβει το ματς. Το κάνει διότι πρόκειται για επείγουσα κατάσταση για την υγεία ενός ανθρώπου.
Οπότε, αν είσαι πρώτο αυτοκίνητο στα φώτα, το να προχωρήσεις το όχημα ώστε να ελευθερωθεί χώρος για να περάσει το ασθενοφόρο ΔΕΝ είναι παράβαση που θα χρεωθείς. Και, ως εκ τούτου, δεν θα κοπεί πρόστιμο.
Γκέγκε;
Αυτή ήταν η ανακοίνωση που αναγκάστηκε να δημοσιοποιήσει η αστυνομία, μετά την ανάρτηση που έκανε η διευθύντρια της υπηρεσίας ασθενοφόρων του ΟΚΥπΥ. Σε εκείνη την ανάρτηση φαίνεται να συμβαίνει ακριβώς αυτό: ασθενοφόρο σε φώτα, με τη σειρήνα ενεργοποιημένη, να περιμένει πίσω από δύο οχήματα.
Εντάξει. Η ανακοίνωση της αστυνομίας ήταν πιο επίσημη από τη δική μου. Εγώ, βέβαια, έχω και το ακαταλόγιστο του γραφιά.
Το ερώτημα όμως παραμένει:
Έπρεπε όντως να διευκρινιστεί αυτό τόσο ξεκάθαρα για να γίνει κατανοητό; Ή είναι από εκείνα τα προφανή που αλίμονο αν έμπαιναν ποτέ σε ιεραρχία, ανάμεσα στο να εισπράξει το κράτος άλλα 300 ευρώ και στο να σωθεί μία ζωή;
Δεν πιστεύω ούτε στο ελάχιστο ότι υπάρχει άνθρωπος που θεωρεί πως θα έπρεπε να τεθεί τέτοιο δίλημμα.
Το κράτος – αλλά και η υπηρεσία που διαχειρίζεται το σημαντικό έσοδο από το παιχνίδι με τις λευκές γραμμές στα φανάρια – είναι, θεωρητικά, σε θέση να αποδεχτεί μια κατάσταση ανάγκης και να εξαιρέσει εκείνον που κατέληξε παραβάτης για να διευκολύνει τη διέλευση ενός ασθενοφόρου.
Είναι;
Καθώς φαίνεται – και από την ανακοίνωση της αστυνομίας – είναι.
Έρχεται όμως «καπάκι» το άλλο ερώτημα:
Ο πολίτης, τους είχε εμπιστοσύνη πριν από την διευκρινιστική ανακοίνωση;
Ξεκάθαρα όχι.
Και όχι τυχαία.
Ο τρόπος που λειτουργούν οι κάμερες στις διασταυρώσεις, όπως και ο πονηρίστικος τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα κινούμενα βανάκια, δεν παραπέμπει σε μέτρο πρόληψης με στόχο την ασφάλεια των πολιτών. Παραπέμπει σε εισπρακτική εταιρία, με στόχο τα έσοδα και τη βιωσιμότητα της «επιχείρησης».
Να εισπραχθούν τόσα για να πληρωθούν οι χειριστές. Να αποσβεστεί το κόστος εγκατάστασης. Να καλυφθεί η επένδυση. Και, αν περισσέψουν, να μείνουν και χρήματα για τα ταλαιπωρημένα ταμεία του κράτους.
Και πώς να μη γεννηθεί αυτή η σκέψη στον πολίτη, όταν τα βελάκια στις διασταυρώσεις ανάβουν κατά το δοκούν ή το ότι τους δόξει; Με διαφορετικούς χρόνους διάρκειας το καθένα, χωρίς αντίστροφη μέτρηση ή έστω με κάποιο λογικό χρονικό περιθώριο πριν φωτογραφήσουν. Έτσι ώστε να μην αναγκάζονται άνθρωποι να κοκκαλώνουν το όχημά τους για να μη δεχθούν πρόστιμο σε μια κατάσταση που δεν είναι επικίνδυνη εξ αρχής, αλλά μπορεί να γίνει επικίνδυνη από εκείνον που έρχεται από πίσω και σε βλέπει να καρφώνεις τα φρένα σαν να άνοιξε τρύπα στην άσφαλτο που οδηγεί κατευθείαν στην κόλαση.
Πώς να μην καταντά σκεπτικιστής ο πολίτης, όταν τα βανάκια – σαν άλλοι πράκτορες του FBI ή της CIA – κρύβονται πίσω από θάμνους, μέσα σε χαντάκια, με κάλυψη και απόκρυψη επιπέδου Τζον Ράμπο. Όχι για να αποτρέψουν, αλλά για να καταγγείλουν όσο περισσότερους γίνεται. Όσους δεν έχουν τα μάτια του αετού για να τα εντοπίσουν νωρίτερα.
Θα μου πεις:
«Ναι ρε φίλε, αλλά οφείλεις να τηρείς τα όρια ταχύτητας. Αν το κάνεις, δεν θα σε γράψει το βαν που κρύφτηκε μέσα στα αμπέλια, βαμμένο σουλτανίνα».
Και θα έχεις απόλυτο δίκαιο.
Αυτό είναι το λάθος του οδηγού και βεβαίως να το πληρώσει. Εδώ όμως μιλάμε για την πρόθεση και τον σκοπό της πολιτείας. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Όταν λοιπόν ο πολίτης βλέπει από την πρώτη μέρα μια ξεκάθαρη προσπάθεια το σύστημα αυτό να λειτουργεί λιγότερο ως μέρος της λύσης και περισσότερο ως εισπρακτική εταιρία εισφορών, είναι απολύτως λογικό να διατηρεί τις επιφυλάξεις του. Να πιστεύει πως θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία περιπέτειας:
«Θα κάνω το καλό και θα βρεθώ χρεωμένος» – Μεγάλη επιτυχία.
Έναν αστερίσκο μόνο θα έβαζα.
Ανεξάρτητα από το πόσο «επιτήδεια» λειτουργεί το κράτος με τις κάμερες και τα βαν, ανάμεσα στην υγεία ενός ανθρώπου – ή και τη ζωή του – και από την άλλη ένα πρόστιμο, ίσως να μη τίθεται καν θέμα επιλογής.
Αυτό το δίλημμα, όμως, θα έπρεπε να το επιστρέψει ο πολίτης στο κράτος. Διότι η πραγματική αποτυχία είναι πως στη συνείδηση των ανθρώπων το: «όσο περισσότερα πρόστιμα» μοιάζει να είναι η προτεραιότητα.
Και κάποιος οφείλει να προβληματιστεί και για κάτι ακόμη: το ότι ο μέσος πολίτης βρίσκει αβάσταχτο, ανάμεσα σε όλα τα άλλα που τον βαραίνουν, να σηκώσει ως μπόνους-έξοδο και ένα εντελώς άδικο πρόστιμο.
Όχι, δεν θέλουμε να πεθάνει κανένας ασθενής που μεταφέρει ένα ασθενοφόρο.
Θέλουμε να μη γίνουμε εμείς οι ασθενείς σε ένα σύστημα που ασθενεί.


