Της Φανουρίας Θεοδώρου*
Για τους περισσότερους, οι φυλακές παραμένουν ένας άγνωστος κόσμος. Για έναν δεσμοφύλακα με 22 χρόνια υπηρεσίας, όμως, αποτελούν μια καθημερινότητα γεμάτη πίεση, κινδύνους και δύσκολες ισορροπίες. Μέσα από τη μαρτυρία του φωτίζει όσα συμβαίνουν πίσω από τα τείχη των κυπριακών φυλακών, περιγράφοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τόσο οι κρατούμενοι όσο και το προσωπικό.
Η είσοδός του στο επάγγελμα δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας ιδιαίτερης κλίσης, αλλά οικονομικής ανάγκης. Όπως παραδέχεται, επέλεξε τη συγκεκριμένη εργασία για οικονομικούς λόγους, επισημαίνοντας ότι για πολλούς το επάγγελμα λειτουργεί περισσότερο ως λύση ανάγκης παρά ως συνειδητή επαγγελματική επιλογή.
Οι πρώτες του μέρες στη φυλακή συνοδεύτηκαν από έντονο φόβο. Όπως θυμάται, η αβεβαιότητα ήταν εκείνη που τον κυρίευσε περισσότερο, καθώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων τι ψυχολογική ή ακόμη και σωματική φθορά μπορεί να υποστεί μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Περιγράφει την εργασία του δεσμοφύλακα ως μια σύνθετη και απαιτητική αποστολή, η οποία αλλάζει μορφή ανάλογα με τη βάρδια. Από τη μεταφορά κρατουμένων στα δικαστήρια μέχρι τη διαχείριση καθημερινών προβλημάτων και κρίσεων, κάθε μέρα είναι διαφορετική. «Πρέπει να έχεις χίλιους χαρακτήρες σαν δεσμοφύλακας», αναφέρει χαρακτηριστικά, θέλοντας να υπογραμμίσει την ανάγκη συνεχούς προσαρμογής σε ανθρώπους και καταστάσεις.
Καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων παίζει ο χρόνος. Συχνά, όπως εξηγεί, καλείται να ενεργήσει άμεσα χωρίς να είναι βέβαιος ότι η επιλογή του είναι η σωστή. Παρ’ όλα αυτά, η αδράνεια μπορεί να έχει συνέπειες ακόμη και για τον ίδιο, δημιουργώντας ένα μόνιμο αίσθημα ευθύνης και άγχους.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η εικόνα που έχει η κοινωνία για τις φυλακές απέχει συχνά από την πραγματικότητα. Υποστηρίζει πως πολλά από όσα πιστεύει ο κόσμος δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα, σημειώνοντας ότι οι κρατούμενοι περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας τους παρακολουθώντας τηλεόραση ή παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Παρά ταύτα, οι εντάσεις δεν λείπουν. Θυμάται ως ένα από τα σοβαρότερα περιστατικά της καριέρας του μια μεγάλη εξέγερση Ελληνοποντίων, κατά την οποία σημειώθηκαν σοβαροί τραυματισμοί τόσο μεταξύ κρατουμένων όσο και μελών του προσωπικού. Το περιστατικό αυτό, όπως λέει, ανέδειξε πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα.
Παράλληλα, κάνει λόγο για τη συνεχή προσπάθεια ορισμένων κρατουμένων να αναπτύξουν ιδιαίτερες σχέσεις με δεσμοφύλακες ή να τους χειραγωγήσουν. Όπως σημειώνει, τέτοιες πρακτικές είναι συχνές και απαιτούν αυξημένη επαγγελματική επαγρύπνηση.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών εντός των φυλακών. Αναφέρει ότι ουσίες όπως οι αμφεταμίνες και το crystal μπορούν να οδηγήσουν σε ακραίες και απρόβλεπτες συμπεριφορές, με σοβαρές συνέπειες για όλους όσοι βρίσκονται στον χώρο.
Σε ένα ακόμη πιο ευαίσθητο ζήτημα, αναγνωρίζει την ύπαρξη φαινομένων διαφθοράς. Ερωτηθείς κατά πόσο έχουν υπάρξει περιπτώσεις διακίνησης παράνομων αντικειμένων από δεσμοφύλακες, απαντά καταφατικά, υπενθυμίζοντας ότι κατά καιρούς έχουν συλληφθεί συνάδελφοί του για τέτοιες υποθέσεις.
Κατά την άποψή του, η φυλάκιση έχει βαρύ ψυχολογικό και κοινωνικό κόστος για τους κρατούμενους. Θεωρεί ότι στερούνται την αξιοπρέπειά τους μαζί με την ελευθερία τους, ενώ εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο το υφιστάμενο σύστημα επιτυγχάνει πραγματικά τον σωφρονισμό. Είναι μάλιστα κατηγορηματικός όταν ερωτάται αν βλέπει συχνά μεταμέλεια, απαντώντας μονολεκτικά: «Όχι».
Παρά τη σκληρότητα του περιβάλλοντος, παραδέχεται ότι υπάρχουν στιγμές που η ανθρώπινη διάσταση υπερισχύει. Αναφέρει πως έχει νιώσει συμπόνια ακόμη και για κρατούμενο που είχε καταδικαστεί για φόνο, γεγονός που αναδεικνύει την ηθική πολυπλοκότητα του ρόλου του δεσμοφύλακα.
Η βία, όπως λέει, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας στις φυλακές. Ως πιο σκληρή εικόνα που έχει βιώσει θυμάται έναν άγριο ξυλοδαρμό κρατουμένου. Παράλληλα, επιβεβαιώνει την ύπαρξη διαφόρων ομάδων στο εσωτερικό των φυλακών, όπως Σύριοι, Ελληνοπόντιοι, Κύπριοι και Αφρικανοί, στοιχείο που συχνά τροφοδοτεί εντάσεις και συγκρούσεις.
Η εργασία, όπως παραδέχεται, δεν μένει ποτέ αποκλειστικά στον χώρο της φυλακής. Πολλές φορές μεταφέρει τα βιώματά της στο σπίτι, καθώς η συναισθηματική αποφόρτιση δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Εάν δεν επηρεάζεσαι, τότε είσαι άκαρδος», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το ψυχικό βάρος που συνοδεύει το επάγγελμα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων, οι οποίες επιβαρύνονται από το πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Όπως αναφέρει, σε δωμάτια τριών επί τριών μέτρων στοιβάζονται τρία άτομα, με ορισμένους να αναγκάζονται να κοιμούνται ακόμη και στο πάτωμα.

Κλείνοντας, υποστηρίζει ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του συστήματος αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Εκτιμά ότι αρκετοί εργαζόμενοι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για τη συγκεκριμένη δουλειά. Παράλληλα, αποκαλύπτει ότι έχει δεχθεί απειλές κατά τη διάρκεια της καριέρας του, υπενθυμίζοντας πως οι δεσμοφύλακες έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με ανθρώπους του υποκόσμου και με καταστάσεις υψηλού κινδύνου.
Η μαρτυρία του σκιαγραφεί ένα σωφρονιστικό σύστημα που απέχει από το ιδανικό πρότυπο της επανένταξης και της αποκατάστασης. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν κόσμο όπου η πίεση, οι αντιφάσεις και η καθημερινή μάχη για ισορροπία καθορίζουν τη ζωή τόσο των κρατουμένων όσο και εκείνων που εργάζονται πίσω από τα κάγκελα.
*Η Φανουρία Θεοδώρου είναι φοιτήτρια δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

