Η βουλευτική ασυλία, η τυφλή δικαιοσύνη και η αετομάτα ηθική

Η ανθρωποφαγία είναι μία αισχρή μορφή κριτικής.


Ο ξυλοδαρμός μίας γυναίκας από τον σύντροφό της δεν έχει περιθώρια ελαφρυντικών υπό οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν συνέβη, ΕΚΤΟΣ αν απειλείτο η ζωή του.

Αυτοί νομίζω πως είναι οι δύο πυλώνες ανάμεσα στους οποίους πρέπει να κινηθεί οποιοσδήποτε σχολιασμός αφορά την καταγγελία εναντίον του βουλευτή Νίκου Σύκα για ενδοοικογενειακή βία.
Μιλάμε βεβαίως για την καταγγελία της συζύγου του Νίκου Σύκα ότι, όταν βρίσκονταν στην Ελλάδα, ο βουλευτής άσκησε σωματική βία εναντίον της. Με το που επέστρεψε στην Κύπρο πήγε και εξετάστηκε και κατόπιν πήγε στην αστυνομία και κατήγγειλε το περιστατικό.

Γράφει ο Παπα – Ράτσης

Κατ’ αρχάς να πούμε πως μία καταγγελία σε Κύπριο βουλευτή δεν είναι απλά μία αστυνομική ή δικαστική υπόθεση, είναι ουσιαστικά μία δοκιμασία για τους θεσμούς, την πολιτική κουλτούρα και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας επιλέγει να σταθεί απέναντι στη βία, όταν αυτή αγγίζει την εξουσία.

Η κυρία Αννίτα Δημητρίου, αφού πέταξε τον κύριο Σύκα από το ψηφοδέλτιο του κόμματος, τον κάλεσε να αποποιηθεί τη βουλευτική του ασυλία.

Για το κατά πόσο η βουλευτική ασυλία είναι κάτι που καλώς υπάρχει μπορούμε να το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή. Η προσωπική μου άποψη (για λόγους διαφάνειας και καλού παραδείγματος προς τους ανθρώπους που τους τίμησαν με την ψήφο τους) είναι ότι θα έπρεπε οι ίδιοι οι βουλευτές, ΠΡΙΝ συμβεί οποιοδήποτε γεγονός, να αποποιούνται την ασυλία τους, όχι ως παραδοχή ενοχής αλλά ως έμπρακτη δήλωση σεβασμού προς τη νομιμότητα.

Όπως και να ’χει.

Αν λοιπόν κάποιος νιώθει καθαρός ουρανός, δεν περιμένει την αρχηγό του κόμματος, από μόνος του αποτινάσσει από πάνω του δεκανίκια και ασπίδες ασυλίας και θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της δικαιοσύνης.
Αν κάποιος είναι καθαρός ουρανός, ξέρει πως αυτός ο τρόπος είναι ο πιο «γρήγορος» ώστε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και να λάμψει η αλήθεια.

Αυτά όσον αφορά τον αθώο κατηγορούμενο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

ΑΠΟ την άλλη έχουμε αυτό καθαυτό το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο είναι ένα τεράστιο αγκάθι στην κοινωνία μας. Άνθρωποι που μπερδεύουν την έννοια του συντρόφου με την έννοια του ιδιοκτήτη.

Όσο αδιαπραγμάτευτο είναι το δικαίωμα του κατηγορούμενου στο τεκμήριο της αθωότητας, τόσο αδιαπραγμάτευτη είναι και η αρχή της μηδενικής ανοχής στη βία, ιδίως στην ενδοοικογενειακή βία εάν αυτή συμβαίνει. Και ειδικά όταν μια τέτοια καταγγελία αφορά πρόσωπο με θεσμική ισχύ, το ζήτημα παύει να είναι αποκλειστικά ιδιωτικό. Δεν αφορά πλέον δύο ανθρώπους. Αφορά το πώς λειτουργεί η δημοκρατία, πώς προστατεύονται τα θύματα και αν οι νόμοι εφαρμόζονται ισότιμα.

Η σκέψη μου είναι ότι μία γυναίκα δεν εκθέτει με τόσο επίπονο τρόπο τον εαυτό της σε μία τέτοια δοκιμασία δημόσιας έκθεσης για το τίποτα, ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική εκτίμηση (όχι γνώση) και όχι αποδεικτικό στοιχείο.

Οπότε όλοι οι εμπλεκόμενοι πρέπει να φροντίσουν όλα να γίνουν γρήγορα και αποτελεσματικά. Ο βουλευτής, η σύζυγος, οι αρχές και οι θεσμοί. Αν κατηγορείται αδίκως, να αποκατασταθεί το όνομά του και να αποζημιωθεί για την άδικη κατηγορία. Αν κατηγορείται δικαίως, να πληρώσει με την ύψιστη ποινή, ακριβώς λόγω θέσης και ρόλου.

Και όλο αυτό να είναι μία καλή απαρχή για να αναθεωρηθεί αυτή η προκλητική αστειότητα με τη βουλευτική ασυλία. Η οποία δεν θεσπίστηκε – καθώς μας λένε – για να λειτουργεί ως ασπίδα έναντι σοβαρών καταγγελιών, αλλά για την προστασία της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Λένε. Όποτε, κατά τ’ άλλα, μπροστά στη δικαιοσύνη θα έπρεπε να είμαστε όλοι ισοϋψείς.

Και οι βουλευτές ίσως λίγο πιο …ψηλά απ’ όλους, όταν απέναντι βρίσκεται ο νόμος και κυρίως η ηθική.

Latest news
Related news